4 Οκτωβρίου 2015

Ο πιστός και ο Βούδας



Ζούσε κάποτε ένας άνθρωπος, ο οποίος ήταν παρά πολύ φτωχός. Ανάμεσα στα λιγοστά υπάρχοντα που είχε στην καλύβα του ήταν και ένα ξύλινο άγαλμα του Βούδα, στον οποίο προσευχόταν καθημερινά.

Ένα βράδυ έκανε πολύ κρύο και τα ξύλα είχαν τελειώσει από νωρίς. Η φωτιά σιγά σιγά έσβησε και ο άνθρωπος τυλίχτηκε σε μια γωνιά με μια κουβέρτα, αλλά το κρύο ήταν τόσο ανυπόφορο, που ένιωθε ότι σε λίγο θα πέθαινε. Καθώς έτρεμε από την παγωνιά, εμφανίστηκε μπροστά του ο Βούδας και του είπε:

Γιατί κάθεσαι και παγώνεις, ενώ μπορείς να ρίξεις το άγαλμα μου στη φωτιά και να ζεσταθείς; 

Ο φτωχός νόμισε ότι τον επισκέφτηκε κάποιος δαίμονας που με δόλιο τρόπο προσπαθούσε να τον κάνει να κάψει το άγαλμα, και φώναξε: 

Μα τι λες; Να κάψω τον Βούδα; Δε θα το κάνω ποτέ! 

Ο Βούδας του απάντησε γελώντας:

Αν με βλέπεις μέσα στο άγαλμα τότε με χάνεις. Δεν είμαι μέσα σ’ αυτό το ξύλο αλλά μέσα σε σένα. Δεν είμαι στο αντικείμενο της προσευχής αλλά σ’ αυτόν που προσεύχεται. Εγώ είμαι που τουρτουρίζω μέσα σε σένα! Σε παρακαλώ, κάψε το άγαλμα μου.

Τότε ο φτωχός, αφού κατάλαβε τα λόγια του Βούδα, έριξε το ξύλινο άγαλμα στη φωτιά και ζεστάθηκε για όλο το υπόλοιπο βράδυ. Έτσι, έζησε για πολλά χρόνια ακόμα, συνεχίζοντας να προσεύχεται καθημερινά στη φτωχική του καλύβα.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Copyright © 2015 Dream of Isis